Εξατομικευμένη συνοδικότητα στo Καταστατικό της Εκκλησίας της Αλβανίας

Η εξ΄ουρανού Κάθοδος του Αναστασίου
(Τοιχογραφία εντός του Ιερού Ναού Γεννήσεως του Χριστού στα Τίρανα)

Προϊστορία: Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού 

Του π. Φωτίου Τσίτση

Από το 1992, όταν ενθρονίστηκε ο έως τότε Πατριαρχικός Έξαρχος ως Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας, και μέχρι το 2006, όταν εγκρίθηκε ο νέος καταστατικός χάρτης, η Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας διοικόταν από το Καταστατικό του 1950, με κάποιες προσθήκες του 1993 και 1996.

Το καταστατικό του 1950 έφερνε σημαντικές βελτιώσεις από τον προηγούμενο καταστατικό χάρτη του 1929, ο οποίος, σαν καρπός εκκλησιαστικής απομόνωσης και παρωχημένων ιδεολογιών, δεν έκρυβε αμυντικές τάσεις και εθνικιστικές αποχρώσεις, εξ ου και οι αντιφάσεις: Ενώ δεν μεριμνούσε για τις αλλόφωνες ορθόδοξες κοινότητες εντός Αλβανίας, το καταστατικό αγνοούσε την αποίμαντη ορθόδοξη αλβανόφωνη διασπορά, κυρίως τις οργανωμένες ενορίες χιλιάδων αλβανών ορθοδόξων στις ΗΠΑ. Τα θέματα αυτά, όπως και άλλα, διευθετήθηκαν στο καταστατικό του 1950.

Εν τούτοις, το καταστατικό του 1929 εξέφραζε μια συνοδικότητα η οποία τηρήθηκε, έστω και μειωμένη, στο Καταστατικό του 1950, και μάλιστα περιφρουρημένη στον Γενικό Κανονισμό της Εκκλησίας της Αλβανίας, πέντε χρόνια αργότερα (1955).

Αξίζει να αναφερθεί ότι, ενώ το καταστατικό του 1929 είχε συνταχθεί υπό πολιτική πίεση, το καταστατικό του 1950 τροποποιήθηκε υπό διωγμό: αρκετοί εκ των επισκόπων και ιερέων εκείνης της ιστορικής περιόδου, ομολόγησαν την πίστη τους λοιδορούμενοι και διωκόμενοι, βασανίστηκαν και μαρτύρισαν σε φυλακές και εξορίες, και έφυγαν απ΄αυτόν τον κόσμο ακοινώνητοι, ακήδευτοι και, κάποιοι εξ αυτών, παραμένουν άδικα άταφοι!

Μετά την αποκατάσταση της θρησκευτικής ελευθερίας και την έλευση του Πατριαρχικού Εξάρχου στα Τίρανα, η πρώτη καταστατική αλλαγή του 1993 έγινε για να εξοικονομήσει την υπηκοότητα του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, εφόσον το ισχύον Καταστατικό απαιτούσε την αλβανική ιθαγένεια.

Μετά τα επιτεύγματά του, ο Μακαριώτατος συνέχισε να δηλώνει ό,τι είχε πει το προηγούμενο έτος, ότι ο ρόλος του στην Αλβανία είναι προσωρινός.

Οι άλλες προσθήκες, τρία χρόνια αργότερα (1996), έγιναν για να κατοχυρώσουν τον ήδη επεκτεινόμενο έλεγχο του Αρχιεπισκόπου σ΄όλες τις Μητροπόλεις, όπως επίσης και για να νομημοποιήσουν τον απόλυτο συγκετρωτισμό, ενδύοντάς τα με «ορθόδοξο» μανδύα, εφόσον τέτοια μέτρα είχαν θεσπιστεί πλέον στο Καταστατικό της Εκκλησίας!

Ο κ. Αναστάσιος ήταν τότε ο μοναδικός ιεράρχης στην Αλβανία, διοικώντας μια αυτοκέφαλη Εκκλησία προσωποπαγώς και αντικανονικά (χωρίς σύνοδο) επί έξι χρόνια, μέχρι το 1998, εφόσον είχε καταφερθεί προηγουμένως ο από κοινού αποκλεισμός εισόδου στη χώρα των τριών ελλήνων μητροπολιτών (Τα εκλεγμένα μέλη της Ιεράς Συνόδου).

Ενώ το «άσμα» της προσωρινότητας είχε παραγίνει «έξις δευτέρα φύσις», τον Νοέμβριο του 2006 «έγινε ειδική συνεδρίαση της Κληρικολαϊκής Συνέλευσης της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, με τη συμμετοχή των 257 μελών, η οποία εξέτασε κατά άρθρο και αποδέχτηκε ομοφώνως το Νέο Καταστατικό της Εκκλησίας», το οποίο και εγκρίθηκε τον ίδιο μήνα από την Ιερά Σύνοδο.[1]

Το καταστατικό του 2006 διατύπωσε σκανδαλώδεις αλλοιώσεις της κανονικής παράδοσης και παρουσίασε επικίνδυνες ολισθήσεις από την Ορθόδοξη εκκλησιολογία: η Ιερά Σύνοδος απαλλάχθηκε από τα προβλεπόμενα στους ιερούς κανόνες δικαιώματα, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος επωμίστηκε απολυτοποιημένες αρμοδιότητες και προνόμια, θεσπίζοντας έτσι την μονοκρατορία του Προκαθημένου.

Σε σύγκριση με τα δύο προηγούμενα καταστατικά της αλβανικής Εκκλησίας, και σε παραλληλησμό με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι ηλίου φαεινότερον ότι στο καταστατικό του 2006 έχει καταργηθεί το συνοδικό σύστημα.

Στο νέο καταστατικό κείμενο αφανίστηκαν το προϋπάρχοντα άρθρα για τον έλεγχο του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος απογυμνώνεται πλέον από την επιρρέπεια της ανθρώπινης φύσης και εξαιρείται των κανονικών διαδικασιών και της συνοδικής λογοδοσίας, εν αντιθέσει με τους «θνητούς» αρχιερείς της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Όπως θα δούμε στα επόμενα κεφάλαια, στο Καταστατικό της Εκκλησίας της Αλβανίας η Σύνοδος δεν έχει κανονικό δικαίωμα να κρίνει, πειθαρχίσει  ή αντικαταστήσει τον Αρχιεπίσκοπο, ακόμη και αν αυτός υποπέσει σε αίρεση, ή αν δεν έχει σώας τας φρένας, ή ακόμη αν είναι κλινικά νεκρός.

Επιπλέον, τα άρθρα περί εκλογής νέου αρχιεπισκόπου «δραπέτευσαν» από το Καταστατικό, εγκαινιάζοντας έτσι τον Αναστάσιο, για πρώτη φορά στην εκκλησιαστική ιστορία, ως Προκαθήμενο αιώνιο! Ο Μακαριώτατος αποδύεται θεοτικά τη φθαρτότητα και τολμεί να θεσπίσει καταστατικώς ότι όχι μόνον δεν είναι πλέον προσωρινός (στην Αλβανία), αλλά δεν ανήκει καν στο “γένος των βροτών”.

Τέτοιο σύγχρονο φαινόμενο παραλόγου και ανίατης οίησης, μπορεί να βρεθεί σήμερα μόνο στην πολιτική ιστορία της Βόρειας Κορέας.

Μετά τις ιστορικές και απίστευτες αυτές εξελίξεις, οι οποίες επισφραγίστηκαν με τις χειροτονίες τριών νέων αρχιερέων (ένας από την Ελλάδα, και δύο από μουσουλμανικές οικογένειες), υπήρξαν αντιδράσεις και φωνές για την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου, αλλά ο ίδιος δήλωσε ειρηνικά και μειλίχια πως είναι έτοιμος να το πράξει, αν το ζητήσει η Σύνοδος, πράγμα που δεν έγινε, εφόσον η Σύνοδος δεν έχει τέτοιο δικαίωμα ούτως ή αλλώς.

Η δεκαετία που μεσολάβησε, μετά το 2006, ήταν αποφασιστική για να εδραιωθεί επίμονα και καθολικά ό,τι είχε αρχίσει διακριτικά και στρατηγικά από το 1992, δηλαδή να παρουσιαστεί ο Αναστάσιος ως «άγιος και θαυματουργός», με κατ΄επανάληψιν αφηγήσεις και «μαρτυρίες», στα κατηχητικά σχολεία και στις δραστηριότητες των σωματείων της Εκκλησίας (“Ορθόδοξη Νεολαία”, “Ορθόδοξες Γυναίκες” και “Ορθόδοξοι Διανοούμενοι”).

Οι μισθοφόροι συνεργάτες, αλβανοί (κυρίως προσήλυτοι), έλληνες και αμερικανοί, ενθάρρυναν τα παιδιά και τους νέους, ιδίως δε όσους είχαν λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ταλέντο, να γράφουν, να μελοποιούν και να ζωγραφίζουν για τον «μεγάλο άγιο των ημερών μας».

Ο Αρχιεπίσκοπος επιστράτευσε κυρίως τους μουσουλμανικής καταγωγής επιστήθιους φίλους του, οι οποίοι όχι μόνο είχαν βρει τα μέσα για να επιζήσουν σε χαλεπούς καιρούς, αλλά τους δόθηκαν θέσεις κλειδιά στη διοίκηση της Εκκλησίας για μια ιστορική ευκαιρία: να καταδιναστεύουν, ως άλλοι γενίτσαροι, τους «ανυπάκουους», «ανθέλληνες», «αχάριστους» και «προδότες» που κατάγονταν από ορθόδοξες οικογένειες, ούτως ώστε να τους εξοστρακίσουν, όπερ και εγένετο. Διαίρει και βασίλευε…

Με αυτές τις μεθοδεύσεις και ραδιουργίες, και με την καθολική υποστήριξη όλων των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, όπως και με την αρωγή διεθνών προτεσταντικών οργανισμών, οι οποίοι είχαν συμφέροντα και μεγαλεπίβουλα σχέδια στην Αλβανία, επεβλήθη η προσωπολατρεία του «θαυματουργού» Αρχιεπισκόπου στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Στις αλλεπάλληλες εκδηλώσεις προς τιμήν του Μακαριωτάτου, έγινε φυσιολογικό φαινόμενο να απαγγελθούν ποιήματα και να ψαλούν τραγούδια και ύμνοι προς το σεπτό πρόσωπο και το μεγάλο έργο του «Απεσταλμένου του Θεού». Η παποποίησή του εμπλουτίστηκε με αγάλματα, πορτρέτα, ζωγραφιές και αγιογραφίες, όπως και με βιβλία όπου πλέκεται το «συναξάρι» του «Ισαποστόλου» στα αλβανικά, ελληνικά, αγγλικά και άλλες γλώσσες.

Όλο αυτό θυμίζει την εποχή του αλήστου μνήμης Ενβέρ Χότζα, το καθεστώς του οποίου, όπως όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ακολούθησε παρόμοιες στρατηγικές στον ίδιο τόπο και με τους ίδιους ανθρώπους.

Επιπλέον, ένα επιτελείο φιλολόγων και μεταφραστών (αλβανοί, έλληνες και αμερικανοί “ιεραπόστολοι”), εργάζονταν και εργάζονται για να εκδοθούν τα έργα του Αρχιεπισκόπου σε πολλές γλώσσες, όπως επί Χότζα, όταν μια ομάδα μεταφραστών εργαζόταν αποκλειστικά για να εκδώσει «τα άπαντα» του δικτάτορα στα αλβανικά και σε άλλες γλώσσες.

Η κορυφαία πράξη αυτής της παναστρατιάς και αναισχυντίας για την εν ζωή αγιοποίηση του Αναστασίου, είναι η τοιχογραφία «Η εξ ουρανού κάθοδος του Αναστασίου», στο δυτικό (εντός) του περικαλούς ναού της Γεννήσεως του Χριστού στα Τίρανα (2015).

Η τοιχογραφία αυτή, όπου απεικονίζεται ένας σατανόπληκτος ρασοφόρος κατεβαίνοντας από τον ουρανό σ΄ένα εωσφορικό όραμα, είναι το μεγαλύτερο (δημόσιο) σκάνδαλο της ελληνικής ιεραποστολής στην Εκκλησία της Αλβανίας, αυτό που εκθέτει, αλλά και ερμηνεύει κάλλιστα, το πολυδιάστατο και επιβλητικό έργο του «απεσταλμένου» στη γείτονα χώρα.

Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντας το κεντρικό μας θέμα, το καταστατικό του 2006 δεν είχε εκδοθεί, αλλά φυλασσόταν εν σιωπή μέχρι το 2015, όταν για πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στον ιστοχώρο της Αρχιεπισκοπής. Το περίεργο ήταν πως το καταστατικό έφερνε αλλαγές, σε σύγκριση με το  επίσημο επιβαλλόμενο κείμενο του 2006, προκαλώντας έτσι περισσότερη δυσμένεια σε κληρικούς και λαϊκούς που είχαν λάβει μέρος τότε ως σύνεδροι.[2]

Παρά ταύτα, ζώντας κάτω από ένα καθεστώς απολυταρχίας και πνευματικής τρομοκρατίας, όπου το συνοδικό σύστημα έχει καταργηθεί και τα οικονομικά ελέγχονται από μια «αριστείνδην» ομάδα του Ενός, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κάνει έστω και μια απλή ερώτηση, διότι όσοι είχαν την τόλμη να το κάνουν, κατηγορήθηκαν ότι αμφισβητούν “την αγιότητα του Αναστασίου” και βρέθηκαν εκτός Εκκλησίας, εκ των οποίων ικανοί θεολόγοι και άξιοι κληρικοί!

Τον Μάρτιο του 2016 η Κληρικολαϊκή Συνέλευση έκανε αλλαγές σε πάνω από δέκα άρθρα του καταστατικού του 2006, όπως ανακοινώθηκε από την Αρχιεπισκοπή Τιράνων. Το καταστατικό κείμενο στον ιστότοπο της Εκκλησίας, όμως, φέρνει και νέες εκπλήξεις, διότι έχουν γίνει αλλαγές και σε άλλα άρθρα του Καταστατικού, πέραν των όσων αναφέρονται στην επίσημη ανακοίνωση. Ενώ κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, το πρωταρχικό καταστατικό κείμενο του 2006 (πριν τις τροποποιήσεις του 2016), εξαφανίστηκε από τον ιστοχώρο της Εκκλησίας της Αλβανίας…

Είναι ενδιαφέρον ότι με τις αντικανονικές και παράνομες καταστατικές τροποποιήσεις του 2016, έχει δοθεί περισσότερη έμφαση στην απολυτοποίηση του Αρχιεπισκόπου, χαρίζοντας ταυτόχρονα προνόμια στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για ευκαιρίες άμεσης παρέμβασης στην Αλβανία, όπως θα σχολιάσουμε στη συνέχεια, πολύ περισσότερο σε σύγκριση με το πρωταρχικό κείμενο του 2006, εξαγοράζοντας έτσι σιωπηλή αποδοχή για την παποποίησή του Αναστασίου.

Αν και έχει περάσει πάνω από μια δεκαετία, το Καταστατικό παραμένει ανέκδοτο για εκτύπωση, καθιστώντας το έτσι ένα είδος παλίμψιστου κειμένου, εκεί που επινοούνται οι δυνατότητες για επιπρόσθετες καταχρήσεις και κακοήθεις αλλοιώσεις, κληρονομώντας εσκεμμένη σύγχυση στο πλήρωμα της Εκκλησίας της Αλβανίας.

Είναι επόμενο ότι η παρούσα στρατηγηκή θα πετύχει ασφαλείς διχόνοιες και σχίσματα στην τοπική Εκκλησία, και θα υποθάλπει έριδες στις συγκρούσεις των ηγεμονικών θελημάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

                                                        * * *

Εφόσον διώκομαι για δύο δεκαετίες και πλέον, από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο και τα υποχείρια όργανά του (αλβανοί, έλληνες και αμερικανοί), αρχίζω πλέον να γράφω στα ελληνικά και στα αγγλικά ό,τι έχω γράψει εκτενώς και με παρησσία στα αλβανικά (2003 – 2008).

Με αυτόν τον τρόπο δεν θα χρειασθεί πλέον να υποφέρουν οι ημιμαθείς αιχμάλωτοι της αυλής για να ματαφράσουν τα κείμενά μου, τα οποία ο Μακαριώτατος τα έστελνε κάποτε αλλοιωμένα και χωρίς το αλβανικό πρωτότυπο, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο Υπουργείο Εξωτερικών, σε Ελληνικές Πρεσβείες στον Καναδά και αλλού, και μάλιστα με διαβολές και συκοφαντίες για πράγματα που ουδέποτε έγραψα ή έπραξα.

Και ιδού μερικά «αναπάντητα» ερωτήματα, για τους νουνεχείς:

Τί «εθνικός σκοπός» δικαιολογεί έναν Ορθόδοξο ιεράρχη για να τοιχογραφήσει τον πεπτωκότα εαυτό του σε Ορθόδοξο ναό, και μάλιστα ως κατεβαίνοντα εξ ουρανού «εν ετέρα μορφή»;

Πού βρίσκει τη δύναμη ένας «άγιος», ο οποίος πλησιάζει τα 90 του χρόνια, να έχει τέτοιο μένος και μίσος στην ψυχή του εναντίον κάποιου συνανθρώπου του, και μάλιστα για 25 ολόκληρα χρόνια αμετανόητος, όποιος και να είμαι εγώ;

Πώς μπορεί ένας «άγιος» να έχει τέτοιο οίστρος εναντίον μου, και μάλιστα να ψεύδεται, να συκοφαντεί και να ζητάει επίμονα και «συνοδικώς» την καθαίρεσή μου, απλά επειδή αρνούμαι να τον προσκηνύσω και λέω την αλήθεια;

Αλήθεια, πώς μπορούν κάποιοι ευσεβιστές να κατασκοπεύουν και να ρουφιανεύουν επί πληρωμή, και αντί να αισχύνονται, παρελαύνουν θεοτικά ότι κάνουν ιεραποστολή δίπλα σε έναν «άγιο»;

Αν αυτά που γράφω δεν ευσταθούν, για ποιό λόγο ασχολούνται μαζί μου Αρχιεπίσκοποι και Πατριάρχες;

Ενώ η συνείδησή μου ως ιερέας μού επιτάσσει να υπερασπιστώ τα δίκαια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, λέγοντας την αλήθεια απτόητος και ανεξαρτήτως κόστους, έχω επίγνωση ότι γράφω σε μια εποχή όταν στην Ελλάδα επιτρέπεται να πολεμάς ανοιχτά την Εκκλησία, και μάλιστα να βλασφημάς ασύστολα και την Παναγία αν θέλεις, αλλά αν τολμήσεις και πεις κάτι για τον Αναστάσιο, το «Έμβλημα του Γένους», σε αποκλείουν, σε αναθεματίζουν και σε κυνηγούν όλοι, από κομμουνιστές μέχρι και χρυσαυγίτες. Διότι, «ουδέν μονημότερον του προσωρινού»…

(Συνεχίζεται)

[1] Η ανακοίνωση στα ελληνικά:
http://orthodoxalbania.org/alb/index.php/el/lajme-2/blog/3911-2016-05-25-09-32-22 
Η ανακοίνωη στα αλβανικά:
http://orthodoxalbania.org/alb/index.php/al/lajme/blog/3825-u-mblodh-asambleja-kleriko-laike-e-kishes-orthodhokse-autoqefale-te-shqiperise-2

[2] Το κείμενο που εγκρίθηκε από την Kληρικολαϊκή Συνέλευση το 2006, όπως κυκλοφόρησε στους κληρικούς και λαϊκούς συνέδρους, μπορεί να διαβαστεί εδώ: http://albanianorthodox.com/tekste/legjislacioni/Statuti%202006.pdf
Σύμφωνα με μαρτυρίες ιερέων που έλαβαν μέρος στη Συνέλευση, το νέο καταστατικό δεν συζητήθηκε, ούτε ψηφίστηκε κανονικά, αλλά απαιτήθηκε φανερή ανάταση χειρός, κάτω από το επίμονο βλέμμα του Αρχιεπισκόπου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s